Συνέντευξη με τον Λευτέρη Παπαθανάση, συγγραφέα του κόμικ “Τέρμινους”.

Κοινή χρήση:

Ο Λευτέρης Παπαθανάσης (boban) – θα μιλήσουμε παρακάτω για αυτήν την «παρενθετική» ονοματοδοσία του- γεννήθηκε στην Άρτα το 1972. Πλέον ζει στα Γιάννενα με την οικογένειά του.  Καθηγητής Χημείας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, συγγραφέας και σκιτσογράφος, πατέρας- και  παρόλα αυτά ανήκει στη μαχόμενη πλευρά των εκπαιδευτικών, όπως και καλλιτεχνών.  Ανήσυχος όμως και δημιουργικός.

 Έχει εκδώσει το “Άκου!” το 2013 από τις εκδόσεις Βορειοδυτικές. Πρόκειται για  ένα εικονογραφημένο βιβλίο  με 37 εικόνες βγαλμένες από στίχους του Μαγιακόφσκι.  Το βραβευμένο  με το βραβείο Κοινού στα Ελληνικά βραβεία κόμικς 2016 και ιδιαίτερο κόμικ “Η Πάπισσα Ιωάννα – Μεσαιωνικόν Εικονογραφημένον” από τις εκδόσεις ΚΨΜ.  Σκιτσάρει επίσης στη στήλη κόμικ “Δύσκολα Θέματα” και στο περιοδικό “Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης”.

Φέτος τον Ιούνιο του 2017, κυκλοφόρησε  το εικονογραφημένο του βιβλίο με τίτλο «Τερμίνους». Παράλληλα εργάζεται και  πάνω σέ νέο έργο..

 Λευτέρη, καλησπέρα. Καταρχήν να σε ευχαριστήσω που δέχτηκες να παρουσιάσεις το βιβλίο σου στην σελίδα μας και να συζητήσουμε στο In. Zone. Θα ξεκινήσω κοινότυπα, μόνο και μόνο για να σε αφήσω να πλάσεις εσύ την εισαγωγή : Μίλησε μου για εσένα. Λευτέρης –boban– τι είναι το «boban»;

Το boban (ένα σλάβικο υποκοριστικό του ονόματός μου, δανεισμένο από έναν περίφημο παίκτη του μπάσκετ) το χρησιμοποιούσα από τα μαθητικά μου χρόνια για να υπογράφω καυστικά σκίτσα και μικρά κόμικ, που σε άλλη περίπτωση θα μου έφερναν μπελάδες! Από το 2013, όπου (αργά μάλλον) κάτι γύρισε μέσα μου και άρχισα να θέλω να μοιράζομαι αυτά που φτιάχνω με περισσότερο κόσμο αντί μόνο με τον κύκλο των φίλων μου, συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν μπορεί να γίνεται αποκρύπτοντας την ταυτότητά μου. Έτσι, το boban παρέμεινε, αλλά όχι πια σαν “μάσκα”, αλλά σαν μια γλυκιά σύνδεση με μια εποχή που την αγαπώ πολύ.

Μίλησε μας για το βιβλίο σου. Πώς σου ήρθε καταρχήν η ιδέα της συγγραφής του αλλά και της μορφής του; Kαθώς πρόκειται για κόμικ!

Το “τέρμινους” είναι το τρίτο προσωπικό έργο μου που εκδίδεται. Η μορφή δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από αυτή του κόμικ. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια “θετική” εξήγηση για αυτό. Η αλήθεια είναι πως είναι εκείνο το είδος τέχνης που θεωρώ ότι με εκφράζει περισσότερο κατά τη φάση της δημιουργίας. Στο συρτάρι μου υπάρχουν πολλά project, κάποια που θα γίνουν κάποτε βιβλία και κάποια που μάλλον θα μείνουν για πάντα στο συρτάρι. Της ιστορίας του “τέρμινους” είχε έρθει η ώρα της να βγει στην επιφάνεια, φαίνεται πως είχε ωριμάσει μέσα μου.

Ελληνικός εμφύλιος. Ή καλύτερα για τους «ανθρώπους που τους ονόμασαν Εμφύλιος» , χρησιμοποιώ γραφόμενα σου. Σε έλκει αυτή η περίοδος;

Ο Εμφύλιος, σαν κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, διαμόρφωσε τη ζωή σ’ αυτή τη χώρα, είτε μας αρέσει είτε όχι. Πολλές από τις εμπειρίες μου ως πιτσιρικάς (όταν η επαφή με τους πρωταγωνιστές του Εμφυλίου ήταν άμεση, καθώς ζούσαν ακόμα πάρα πολλοί) έβρισκαν την εξήγησή τους στις ιστορίες της περιόδου εκείνης. Αλλά και η πρόσφατη ιστορία, όπως πχ η περίοδος μεταξύ του Δεκέμβρη του ’08 και του δημοψηφίσματος του ’15, είναι γεμάτη από τις εντάσεις εκείνες που γίνονται κατανοητές εξετάζοντάς τες στη στιγμή της ιστορικής τους κορύφωσης. Με λίγα λόγια, οι εμπειρίες τις εποχής μου γίνονται εργαλείο κατανόησης του Εμφυλίου, αλλά και το αντίστροφο. Αυτή η διαλεκτική σχέση, αυτή η αναζήτηση, ήταν η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία του “τέρμινους”.

Στην συνείδηση του μέσου αναγνώστη, το κόμικ έχει ταυτιστεί με μια ποπ κουλτούρα, μια λαϊκή τέρψη – ας πούμε παραμυθένια – για μικρές ηλικίες αλλά και για συγκεκριμένους συλλέκτες . Αυτό που κάνεις όμως ξεπερνάει αυτές της συνισταμένες. Δίνεις και φόρο τιμής στο Μίκυ Μάους… Τι σε οδήγησε σε αυτήν την σύζευξη ιστορίας και νεωτερικής έκφρασης; Γιατί δεν τα συγκέντρωσες σε ένα πεζό αφήγημα;

Η σύγχρονη μαζική κουλτούρα έχει μια σκοτεινή, μια περιθωριακή, πλευρά, που έχει γεννήσει διαμάντια. Μιλάμε για μουσικά ρεύματα, για τάσεις στις εικαστικές τέχνες κλπ. Στα κόμικς αυτό φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά, όπου έχουμε δημιουργίες που, ενώ δεν σπάνε από την κυρίαρχη παράδοση του κόμικ, αποτελούν σαφώς διακριτό ρεύμα. Αυτή την παράδοση του κόμικ αγάπησα, όπως τη γνώρισα από τα περιοδικά των παιδικών μου χρόνων “βαβέλ” και “παρά πέντε”, και σε αυτή ελπίζω ότι εντάσσονται τα δικά μου έργα.

Θεωρείς πως έχει αξία η καταγραφή ιστοριών των παλαιότερων από τους νεότερους;

Πραγματικά, όλο αυτό ήταν για μένα ένα άλμα στο κενό. Δεν ήξερα τι ενδιαφέρον θα συναντούσε αυτή η ιστορία στις μικρές ηλικίες. Το αίνιγμα συνέχισε να υπάρχει και μετά την κυκλοφορία του κόμικ, καθώς από τη μία είδα κάποια αδιαφορία από νέους που προτιμούν τα κλασικά υπερηρωικά αφηγήματα δράσης, κι από την άλλη συνάντησα έναν ενθουσιασμό από μια άλλη μερίδα νέων, που ήθελαν να έρθουν σε επαφή με την ιστορία της δεκαετίας του ’40 και βρήκαν μέσα από το κόμικ έναν “δικό τους” τρόπο. Δεν ξέρω, υποθέτω πως δεν είναι δίκαιο να περιμένουμε ότι όλοι οι άνθρωποι θα αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο σε κάτι, άλλα τα ενδιαφέροντα του καθενός, η κοινωνική/πολιτική του τοποθέτηση, οι αγωνίες και οι προσλαμβάνουσές του.

Ήταν εύκολη η συγκέντρωση, η σύνθεση και τελικά η καταγραφή τους; Τι σε κούρασε σε όλο αυτό;

Δεν μπορώ να πω ότι σ’ αυτή τη διαδικασία με κούρασε κάτι ιδιαίτερα. Μια μεγάλη δυσκολία όμως, ήταν το να βγάλω άκρη, να ξεχωρίσω τα γεγονότα, μέσα σε μια θάλασσα αναμνήσεων, που είχαν έντονο το προσωπικό στοιχείο. Η μάχη δεν ήταν μόνο να βάλω σε σειρά τα γεγονότα, μα κυρίως να καταλάβω τους ανθρώπους έτσι όπως σκέφτονταν τότε και όχι όπως μιλούσαν στη συνέχεια, μετά από πολλά χρόνια, για τη δράση και το σκοπό τους. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για το στρατόπεδο των ηττημένων, όπου δικαιολογείται και κάποια απώθηση ζόρικων εμπειριών, αλλά και η επίδραση της πίκρας στην αφήγηση. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι θεωρώ αυτούς τους ανθρώπους δικούς μου, η αγάπη με την οποία προσέγγισα τις ιστορίες τους, ήταν κάτι καθοριστικό στο να τα βγάλω τελικά πέρα.

Σίγουρα, θεματολογικά, από την γενικότερη όψη της αφήγησης, δεν δέχεται -ούτε και εσύ, φαντάζομαι- «αγκαλιές» από όλους. Ακόμα και τώρα, συζητήσεις γύρω από αυτήν την εποχή, είναι ταμπού και έντονα ιδεολογικοπολιτικά φορτισμένες. Αυτό όμως δεν σε εμποδίζει να διαλέγεις πλευρά, αν μου επιτρέπεις να το διατυπώσω έτσι. Γίνεται κατανοητό πως μπαίνεις στις καρδιές των πρωταγωνιστών. Μίλησε μου για αυτό, γράφεις ως απλός καταγραφέας ιστοριών… ή κάτι παραπάνω;

Άνθρωπος που δεν διαλέγει πλευρά, ακόμη και με την πιθανότητα να κάνει λάθος, είναι άνθρωπος που δεν μπορεί να προσεγγίσει ποτέ την αλήθεια. Η πραγματικότητα έχει πολλές όψεις, πολλές παραμέτρους. Το ποιες απ’ αυτές θα διαλέξουμε ως κύριες για να την αναλύσουμε είναι καθαρά υποκειμενική υπόθεση, έχει να κάνει με την κοσμοθεωρία μας και την κοινωνική μας πρακτική. Έτσι, πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω από πού προκύπτει η απαίτηση κάποιας “αντικειμενικότητας” (είναι ενδιαφέρον, βέβαια, το ότι αυτή η απαίτηση απευθύνεται κυρίως στην πλευρά της Αριστεράς και όχι στις κυρίαρχες εθνικές μυθολογίες). Από την άλλη, η υποκειμενικότητα στην παρουσίαση των γεγονότων δεν σημαίνει αυθαιρεσία. Στο “τέρμινους” δεν θα βρει κανείς λάθη ή αυθαιρεσίες στα γεγονότα που αναφέρονται. Τώρα, το αν ένα θέμα είναι ταμπού ή όχι, αυτό δε νομίζω ότι πρέπει να μας απασχολεί ιδιαίτερα. Ίσα-ίσα, που η τέχνη έχει τη δυνατότητα να σπάει τα ταμπού και να κάνει τον άνθρωπο να αναστοχάζεται σε θέματα που δεν θα πλησίαζε έτσι, στην “ωμή” καθημερινή εκδοχή τους.

 

Δεν γνωρίζω αν το έχεις σαν εικόνα, αλλά υπάρχει μια αναδυόμενη προσπάθεια για την προβολή της εκτός ΕΑΜ αντίστασης, από ιστορικούς και αρθρογράφους.  Για προβολή δηλαδή των δυνάμεων του λαού όπου πολέμησαν τους Ναζί , όμως βρίσκονταν σε ένα κεντρίστικο-φιλελεύθερο περιβάλλον, δίχως όμως να πέφτουν και ως μαχητές στην αντικομμουνιστική σταυροφορία. Κοινή δράση όμως με το ΕΑΜ δεν είχαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ηρωική ΠΕΑΝ του Περρίκου (υπάρχει σχετικό άρθρο στο The Books Journal στο τεύχος Δεκεμβρίου).   Θεωρείς ότι είναι μια προσπάθεια για την ανάδειξη παραλειπόμενων κομματιών της εθνικής αντίστασης ή μια προσπάθεια αποκαθήλωσης  από την λαϊκή συνείδηση του αγωνιστικού μονοπωλίου του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ΔΣΕ;.

Ναι, υπάρχει αυτή η τάση. Όπως είπαμε και πριν, η πραγματικότητα έχει πολλές πτυχές. Είναι αλήθεια ότι αντιστασιακές πράξεις υπήρξαν κι από άτομα και ομάδες εκτός ΕΑΜ. Το ΕΑΜ όμως πέτυχε αυτό που δεν πέτυχαν ή δεν ήθελαν να πετύχουν άλλες ομάδες, κι αυτό ήταν να δημιουργήσει μεγάλες ελεύθερες περιοχές, όπου η συμμετοχή του πληθυσμού στη δημόσια ζωή και στη διοίκηση δεν είχε προηγούμενο. Με δυο κουβέντες, το ΕΑΜικό κίνημα οικοδομούσε μια άλλη χώρα, μια χώρα που άξιζε κανείς να πολεμήσει γι’ αυτή. Αυτός ο προσανατολισμός ήταν που μετέτρεψε γρήγορα το ΕΑΜ στη μεγαλύτερη κοινωνικοπολιτική οργάνωση που έχει γνωρίσει ποτέ αυτή η χώρα, με στρατό δεκάδων χιλιάδων, και οργανωτικό δίκτυο που ξεπερνούσε κατά πολύ το εκατομμύριο. Αντίθετα, άλλες ομάδες, ακόμη και μαζικές, ξέπεσαν γρήγορα στο ρόλο του βοηθητικού προσωπικού της παλιάς άρχουσας τάξης, που περίμενε στη γωνία την έκβαση του πολέμου, της Βρετανίας, του Βασιλιά, κι ακόμη πιο ντροπιαστικά σε αρκετές περιπτώσεις, των ναζί. Σε κάθε περίπτωση, η επίσημη ιστορία έχει ανάγκη αυτή τη σχετικοποίηση. Σε μια εποχή που πολιτικά κυριαρχεί το “όλοι ίδιοι είναι” και το δόγμα ΤΙΝΑ, η ιστορία ανασκευάζει το παρελθόν ώστε κι απ’ αυτό να βγαίνει το ίδιο συμπέρασμα.

Από όσο ξέρω εντάσσεσαι στην μεγάλη οικογένεια της Αριστεράς. Ως Τροτσκιστής, τόσο ως νέος φοιτητής αλλά και τώρα πλέον, δεν αισθάνεσαι μια «αμηχανία» να αναφέρεσαι στο ΕΑΜ; Είναι γνωστές οι δηλώσεις του Τροτσκιστή Άγι Στίνα, ας πούμε,  ο οποίος στο βιβλίο του «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ» αναφέρει πως «από την πρώτη μέρα της εισβολής γίνεται φανερό εκείνο που ήταν από πολύ πριν γνωστό, ότι κάθε αντίσταση στον εισβολέα ήταν μάταιη». Η αντίσταση κατά τον Στίνα, δεν ήταν μόνο «αδύνατη». Ήταν αχρείαστη και επιζήμια. Από την άλλη υπάρχει πληθώρα φιλολογικής κριτικής απέναντι στους Τροτσκιστές και τη στάση που κράτησαν στην αντίσταση. Ποια η γνώμη σου και εσύ τι πιστεύεις για το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ;.

Η κριτική μου στο ΕΑΜ είναι ανοιχτή, παραμένει όμως μια κριτική που γίνεται στο εσωτερικό του ίδιου στρατοπέδου. Μου είναι ξένες οι αντιλήψεις που κρατούν ίσες αποστάσεις ανάμεσα στο ΕΑΜ και τους ναζί ή -ακόμη χειρότερα- τους εξισώνουν. Η αλήθεια όμως είναι ότι η άποψη αγωνιστών όπως ο Στίνας χρησιμοποιήθηκε συστηματικά στο πλαίσιο της ενδοκομμουνιστικής αντιπαράθεσης ως εργαλείο για την απαξίωση του τροτσκισμού, παίρνοντας βάρος που δεν της αντιστοιχεί. Η κριτική που άσκησε ο τροτσκιστικός χώρος στο ΕΑΜικό κίνημα είναι στο μεγάλο βαθμό έγκυρη, κι ο κομμουνιστικός χώρος θα είχε πολλά να διδαχτεί απ’ αυτή, όμως για διάφορους λόγους δεν κατάφερε να αποτελέσει κάποιο σημαντικό κίνημα που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στο ΕΑΜ ή ακόμη και σαν πτέρυγά του. Σε κάθε περίπτωση, πληρώνουμε ακόμη και σήμερα το γεγονός ότι η ηγεσία του ΕΑΜ κινήθηκε σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, αγνοώντας όχι μόνο τις προειδοποιήσεις των τροτσκιστών, αλλά -κυρίως- τις αγωνίες και τις διαθέσεις της δικής του βάσης. Στο “τέρμινους” προσπάθησα να δω την ιστορία των ανθρώπων του ΕΑΜ μέσα από τα δικά τους μάτια και όχι μέσα από το φίλτρο της κριτικής μου στην πολιτική του φορέα τους. Κανείς, βέβαια, δεν μπορεί να τα διαχωρίσει απόλυτα αυτά, αυτό είναι αλήθεια.

Ως γονιός αλλά και ως καθηγητής που είσαι, θέλω να σε ρωτήσω μια δική μου απορία, που την σκέφτομαι καιρό τώρα. Εν μέσω της σημερινής κατάστασης η σημερινή νεολαία, σε αντιπαραβολή με τα «αετόπουλα» και τις «αντάρτισσες» της δεκαετίας του ’40, έχουν από κάπου να πιαστούνε πλέον και κάτι να δηλώσουν, από ένα ιδανικό, ένα όραμα, να παλέψουν για κάτι καλύτερο;

Νομίζω πως όχι, μα αυτό είναι γενικό φαινόμενο της σημερινής περιόδου που δεν συναντάμε μόνο στη νεολαία. Εκείνο όμως που πραγματικά λείπει από τους νέους σήμερα είναι οι εμπειρίες συλλογικού αγώνα, οι μαζικές απόπειρες οργάνωσης ανταγωνιστικών προς το σύστημα χώρων. Μου φαίνεται πως οι μαθητές και οι μαθήτριές μου περνούν μια φάση στροφής προς τον εαυτό τους, πιο ατομική, ακόμη και στην αντίδρασή της προς το υπάρχον. Εδώ, όμως, είναι η μεγάλη δοκιμασία για κείνους που θεωρούν πως εκπροσωπούν ένα διαφορετικό μοντέλο ζωής: θα μπορέσουν να ζυγιστούν μ’ αυτή τη νεολαία, να μοιραστούν τις αγωνίες της, να συνδιαμορφώσουν τη νέα συλλογική έκρηξη πατώντας στην παράδοση του αγώνα των καταπιεσμένων και τις θεωρητικές του επεξεργασίες ή θα παραμείνουν στο ρόλο των “σοφών γερόντων”, που προωθούν διδακτικά παλιές, κυρίως αποτυχημένες, συνταγές και ηθικισμούς; Για μένα αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση.

Θα ήθελα να μου πεις, ως εκπαιδευτικός, πώς αντιλαμβάνεσαι τον χώρο της εκπαίδευσης, πλέον. Τι σε απωθεί και τι σου δίνει ελπίδα να συνεχίσεις να διδάσκεις σε παιδιά, αλλά και να δίνεις «μάχες» εκεί μέσα;

Αυτό που ζούμε σήμερα είναι η προσπάθεια μετατροπής της Εκπαίδευσης σε μια μεγάλη αρένα επιχειρηματικής δραστηριότητας, με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό τόσο στη ζωή των μαθητών και των εκπαιδευτικών όσο και στη μόρφωση των παιδιών. Νομίζω ότι δεν μπορεί κανείς μέσα σε λίγα λόγια να συμπυκνώσει αυτά που μπορεί να πάρει ένας δάσκαλος από τα παιδιά του, που του δίνουν τη δύναμη να συνεχίσει να διδάσκει. Είναι βέβαιο όμως πως αν υπάρξει ελπίδα για την Εκπαίδευση, αυτή δεν θα προκύψει από τα σχέδια των γραφειοκρατών των υπουργείων, μα από τους συνειδητοποιημένους προοδευτικούς παιδαγωγούς κι από τα ίδια τα παιδιά. Φυσικά, η Εκπαίδευση δεν διαμορφώνεται σαν θεσμός έξω κι ανεξάρτητα από την κοινωνία, οπότε μ’ αυτήν την έννοια, το μέλλον την είναι συνδεμένο με την ανάκαμψη των αντιστάσεων και την επεξεργασία νέων συνολικών απαντήσεων.

Λευτέρη σε ευχαριστώ πολύ. Εύχομαι τα καλύτερα, καλή δύναμη και καλούς αγώνες. Καλά σκίτσα και αναμένουμε καινούρια πράγματα. Το κλείσιμο δικό σου, πες στους αναγνώστες μας ό,τι επιθυμείς.

Ναι, να περιμένετε καινούργια πράγματα, αν και όχι πολύ σύντομα, καθώς μάλλον η επόμενη δουλειά μου (αν πάει έτσι όπως ελπίζω) χρειάζεται πολλή μελέτη και εργασία. Μέχρι τότε, η σχεδιαστική παρουσία μου θα είναι κυρίως μέσα από τις μικρές συνεισφορές μου σε διάφορα έντυπα ή υλικά πολιτικής καμπάνιας. Τους αναγνώστες μας, ελπίζω να τους δούμε από κοντά σε κάποια από τις δημόσιες εκδηλώσεις/παρουσιάσεις του “τέρμινους”, που ήδη έχουν προσελκύσει πολύ κόσμο, και στις οποίες έχει αναπτυχθεί μια υπέροχα ενδιαφέρουσα συζήτηση τόσο για τα κόμικ σαν μέσο έκφρασης όσο και για το θέμα του συγκεκριμένου κόμικ, τον Εμφύλιο. Είναι καλό να βρισκόμαστε από κοντά, να μιλάμε μεταξύ μας, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Κι αν αυτό βρει την έκφρασή του και στο “δρόμο”, ακόμη καλύτερα!

Ευχαριστώ!

 

Για παραπάνω πληροφορίες επισκεφτείτε το προσωπικό ιστολόγιο του συγγραφέα: https://lefterisp.wordpress.com/

 

Αφήστε ένα σχόλιο