H ομόφυλη γονεϊκότητα

Κοινή χρήση:

Στην εποχή μας, οι νέες μέθοδοι αναπαραγωγής στις δυτικές κοινωνίες έχουν ανοίξει όσο ποτέ άλλοτε δρόμους για την απόκτηση παιδιών, ακόμη και σε οικογενειακά περιβάλλοντα διαφορετικά από τα παραδοσιακά. Έτσι, δίνεται πλέον η δυνατότητα ακόμη και σε ομοφυλόφιλα ζευγάρια να αποκτήσουν παιδί κάνοντας χρήση αυτών των νέων τεχνικών αναπαραγωγής.

«Ποια είδη οικογενειακού περιβάλλοντος προάγουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ψυχολογική προσαρμογή και την ανάπτυξη των παιδιών;». Στην έρευνα, στο πεδίο της ανάπτυξης των παιδιών καμία ερώτηση δεν είναι πιο κεντρική από αυτήν (Patterson, 1992). Ιστορικά, οι ερευνητές στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής έχουν διατυπώσει υποθέσεις, ότι τα πιο ευνοϊκά οικογενειακά περιβάλλοντα για ένα παιδί συγκροτούνται από λευκούς ανθρώπους, της μέσης κοινωνικο-οικονομικής τάξης, στα οποία υπάρχουν και οι δύο γονείς των παιδιών. Παρόλο, όμως, που ποτέ δεν είχε  ειπωθεί ρητά, τις περισσότερες φορές υπονοούνταν ότι και οι δύο γονείς των παιδιών στις ευνοϊκές αυτές οικογένειες θα έπρεπε να είναι ετεροφυλόφιλοι (Patterson, 1992).

Δεδομένου ότι μειωμένα ποσοστά πλέον των Αμερικανικών οικογενειών εμπίπτουν στο παραδοσιακό οικογενειακό πρότυπο (Hernandez, 1988), δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί ερευνητές έχουν φανερά ή εμμέσως προσπαθήσει να αμφισβητήσουν την αρνητική κριτική και τη δυσφήμιση που ασκείται στα οικογενειακά περιβάλλοντα τα οποία διαφέρουν από τα παραδοσιακά από την άποψη της εθνικότητας, της φυλής, του εισοδήματος, του σεξουαλικού προσανατολισμού των γονιών ή της σύστασης της οικογένειας (Hetherington & Arasteh, 2014). Αυτοί οι ερευνητές, λοιπόν, έχουν υπογραμμίσει την ποικιλία των μονοπατιών μέσα από τα οποία μπορεί να προαχθεί η υγιής ψυχολογική ανάπτυξη των παιδιών (Hoffman, 1984).

Στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, το ζήτημα της απόκτησης παιδιών είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο και θέτει στο προσκήνιο μια σειρά σημαντικών ηθικών και ψυχολογικών προβληματισμών. Τα θεωρητικά ζητήματα που προκύπτουν, αφορούν κυρίως τις συνέπειες που μπορεί να υπάρξουν όταν ένα παιδί μεγαλώνει με δύο γονείς του ίδιου φύλου (Παπαληγούρα, 2013). Η διαφορά με τις μονογονεϊκές οικογένειες, που θα παρουσιαστούν παρακάτω, είναι ότι στην περίπτωση της ομογονεϊκότητας δεν απουσιάζει μόνο ο γονέας του αντίθετου φύλου από τον παρόντα γονέα, αλλά επιπροσθέτως το παιδί μεγαλώνει με δύο γονείς του ίδιου φύλου.

Υπάρχουν ποικίλα σημαντικά ζητήματα που αφορούν τα παιδιά των ομοφυλόφιλων αντρών και γυναικών. Καταρχάς, το φαινόμενο της απόκτησης παιδιών από ομοφυλόφιλους γονείς αυτό καθεαυτό αντανακλά μια κοινωνικοπολιτισμική «καινοτομία», που είναι πιο έντονη από ποτέ στην παρούσα ιστορική εποχή.  Γεννιούνται, λοιπόν, πολλά ερωτήματα σχετικά με τον αντίκτυπο αυτού του μη παραδοσιακού τύπου οικογένειας στη γενικότερη γνωστική, κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών.

Ακόμη, υπό το πρίσμα των διάφορων ψυχολογικών θεωριών για την ανάπτυξη, υπάρχουν πολλοί προβληματισμοί σχετικά με την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη και την ταυτότητα φύλου των παιδιών των ομοφυλόφιλων γονέων. Τέλος, οι πολύ συχνές δικαστικές διαμάχες των ομοφυλόφιλων ζευγαριών για τη διεκδίκηση της επιμέλειας του παιδιού τους ή για τη δυνατότητα υιοθεσίας που προκύπτουν εξαιτίας των ανησυχιών των θεσμικών οργάνων για τις ενδεχόμενες δυσκολίες και τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουν τα παιδιά στο πλαίσιο μιας ομόφυλης οικογένειας, εγείρουν σοβαρούς προβληματισμούς για τη βάση και την ορθότητα των ανησυχιών αυτών (Patterson, 1992).

Στις ομόφυλες οικογένειες, λοιπόν, το πρώτο και βασικό ζήτημα που τίθεται είναι, το αν το γεγονός ότι και οι δύο γονείς είναι του ίδιου φύλου μπορεί να επηρεάσει τον ψυχισμό του παιδιού. Αναφορικά με το θέμα αυτό, έχουν εκφραστεί κατά καιρούς πολλές απόψεις. Όσοι αντιτίθενται στην απόκτηση παιδιών από ζευγάρια του ίδιου φύλου, θεωρούν ότι παρατηρούνται προβλήματα στην ψυχική ζωή των παιδιών αυτών των ζευγαριών, καθώς η μητρότητα και η πατρότητα δεν αφορούν μόνο δύο διαφορετικά πρόσωπα με διαφορετικούς ρόλους, αλλά αντιπροσωπεύουν διαφορετικές θέσεις και ανταποκρίνονται σε διαφορετικές λειτουργίες και συμπεριφορές, οι οποίες είναι θεμελιώδεις για την ψυχική συγκρότηση του παιδιού (Παπαληγούρα, 2013).

Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της άποψης αυτής, μόνο όταν τα παιδιά μεγαλώνουν με δύο ετεροφυλόφιλους γονείς μπορούν να κατανοήσουν τη διαφορά των δύο φύλων, ξεκινώντας δηλαδή από την κατανόηση της διαφοράς ανάμεσα στον πατέρα και τη μητέρα. Η κατανόηση της διαφοράς αυτής είναι καθοριστικής σημασίας για την υγιή ανάπτυξη των παιδιών. Ειδικότερα, ισχυρίζονται πως το παιδί, μέσα στο πλαίσιο της ετεροφυλόφιλης γονεϊκότητας, μεγαλώνει γνωρίζοντας ότι προήλθε από τη συνάντηση μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας (Παπαληγούρα, 2013). Αντίθετα, το παιδί που μεγαλώνει στο πλαίσιο της ομόφυλης γονεϊκότητας, δε μπορεί να κατανοήσει την ουσιώδη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων κι έτσι παρουσιάζει προβλήματα στην ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη.

[widget id=”text-6″]

Από την άλλη πλευρά, όσοι δεν αντιτίθενται στην απόκτηση παιδιών από ομοφυλόφιλα ζευγάρια, διατείνονται ότι για να κατανοήσει ένα παιδί τη διαφορά των δύο φύλων δεν προϋποτίθεται απαραίτητα η πραγματική παρουσία μιας μητέρας κι ενός πατέρα στη ζωή του παιδιού. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, αυτό που χρειάζεται για την κατανόηση της διαφοράς των δύο φύλων είναι η ταύτιση των γονέων του παιδιού με τη δική τους μητέρα και το δικό τους πατέρα, δηλαδή με τις γονεϊκές imago (Παπαληγούρα, 2013). Σύμφωνα, μάλιστα, με τις Naziri και Feld-Elzon (2008), η διαφορά των δύο φύλων δεν καταργείται στην ομογονεϊκότητα, αφού όταν ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλο ή ετεροφυλόφιλο αποφασίζει να κάνει παιδί, απευθείας κινητοποιούνται οι ταυτίσεις με τους δικούς τους γονείς, δηλαδή με το αρχικό ζευγάρι άντρα-γυναίκα.

Η συστηματική έρευνα που έχει γίνει και η οποία συγκρίνει τα παιδιά ομοφυλόφιλων γονέων με εκείνα ετεροφυλόφιλων γονέων είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο των τελευταίων δεκαπέντε ετών (Patterson, 1992). Ωστόσο, η πλειοψηφία των ερευνών που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα έχουν εστιάσει κυρίως στα παιδιά τα οποία γεννήθηκαν στο πλαίσιο ετεροφυλόφιλων γάμων, στους οποίους οι μητέρες των παιδιών αναγνωρίζοντας την ομοφυλοφιλία τους, χώρισαν και στη συνέχεια ζούσαν είτε μόνες, είτε με τη σύντροφό τους. Υπάρχει, βέβαια, κι ένα μέρος της έρευνας που εστιάζει στα παιδιά εκείνα που ενώ γεννήθηκαν σε μια ετεροφυλόφιλη οικογένεια, οι πατέρες τους στη διάρκεια του γάμου ανακάλυψαν ότι ήταν ομοφυλόφιλοι κι έτσι πήραν διαζύγιο (Barret, 1990). Συνεπώς, η αρχική κατεύθυνση που ακολουθήθηκε στις έρευνες με ομοφυλόφιλες μητέρες ήταν ανάλογη με την αντίστοιχη στις έρευνες με ομοφυλόφιλους πατέρες. Λιγότερες έρευνες έχουν μελετήσει σε παιδιά που αποκτήθηκαν εξαρχής στο πλαίσιο μιας ομοφυλόφιλης σχέσης μεταξύ λεσβιών ή γκέι ατόμων (Steckel, 1987).

Οι μητέρες οι οποίες είχαν αποκτήσει το παιδί τους σε μια ετεροφυλόφιλη σχέση και μετά την αναγνώριση της ομοφυλοφιλίας τους χώριζαν, είχαν πολύ σοβαρά προβλήματα με τη διεκδίκηση της κηδεμονίας του παιδιού τους (Patterson, 1992). Ειδικότερα, οι μητέρες αυτές δεν κατάφερναν να κερδίσουν δικαστικά την επιμέλεια των παιδιών τους, λόγω πολλών επιφυλάξεων από την πλευρά του δικαστηρίου, οι οποίες βασίζονταν στο επιχείρημα, ότι όταν ένα παιδί μεγαλώνει με μια ομοφυλόφιλη μητέρα είναι εκτεθειμένο σε ψυχικό κίνδυνο (Patterson, 1992). Οι ανησυχίες και οι επιφυλάξεις των δικαστικών αρχών σχετίζονταν κυρίως με την ψυχική υγεία των παιδιών αυτών, το σεξουαλικό τους προσανατολισμό, αλλά και την ικανότητα τους να συνάψουν κοινωνικές και φιλικές σχέσεις, εξαιτίας ενδεχόμενων ρατσιστικών και ομοφοβικών σχολίων εκ μέρους των συνομηλίκων τους και του ευρύτερου κοινωνικού τους πλαισίου (Παπαληγούρα, 2013).

Σε αντίθεση όμως με αυτές τις υποψίες και υποθέσεις, οι πρώτες μελέτες που διεξήχθησαν για τη μελέτη της ανάπτυξης των παιδιών των ομοφυλόφιλων μητέρων, δεν εντόπισαν αυξημένες πιθανότητες στα παιδιά αυτά για ψυχολογικά προβλήματα, ενώ παράλληλα οι σχέσεις με τους συνομηλίκους τους φαίνονταν να είναι καλές. Επίσης, τα παιδιά αυτά δε φάνηκε να είναι συχνότερα ομοφυλόφιλα συγκριτικά με τα παιδιά των ετεροφυλόφιλων οικογενειών (Spencer & Rutter, 1983; Patterson, 1992).

O Patterson (1992) σε μια βιβλιογραφική του ανασκόπηση συγκέντρωσε ερευνητικά δεδομένα σχετικά με τρεις υποκατηγορίες της σεξουαλικής ταυτότητας: πρώτον την ταυτότητα φύλου, δηλαδή τον αυτοπροσδιορισμό ενός ατόμου σε άντρα ή σε γυναίκα, δεύτερον τη συμπεριφορά που σχετίζεται με το ρόλο του φύλου, δηλαδή το βαθμό στον οποίο οι δραστηριότητες, οι προτιμήσεις και το επάγγελμα ενός ανθρώπου  θεωρούνται από τον εκάστοτε πολιτισμό και την εκάστοτε κοινωνία ως αντρικά ή γυναικεία και τρίτον το σεξουαλικό προσανατολισμό, που αναφέρεται στην επιλογή σεξουαλικών συντρόφων ενός ατόμου. Κατά την κατόπτευση των σχετικών ερευνών, λοιπόν, ο Patterson (1992) δε βρήκε στατιστικώς σημαντικές διαφορές στην ανάπτυξη της σεξουαλικής ταυτότητας μεταξύ των ατόμων που είχαν μεγαλώσει σε ομοφυλόφιλες και αυτών που είχαν μεγαλώσει σε ετεροφυλόφιλες οικογένειες.

Ακόμη, έρευνες που εστίασαν σε διάφορες πτυχές της προσωπικής ανάπτυξης των παιδιών που μεγάλωσαν σε ομοφυλόφιλες οικογένειες, αξιολόγησαν ένα μεγάλο εύρος χαρακτηριστικών. Για παράδειγμα, ο Steckel (1985, 1987), συνέκρινε την πρόοδο μεταξύ 11 παιδιών προσχολικής ηλικίας που γεννήθηκαν με δωρεά σπέρματος σε ζευγάρια λεσβιών, με την πρόοδο 11 συνομήλικων παιδιών που αποκτήθηκαν από ετεροφυλόφιλα ζευγάρια. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής έδειξαν μία εντυπωσιακή ομοιότητα στην ανάπτυξη μεταξύ των παιδιών στις δύο ομάδες. Ο Steckel (1985,1987), ωστόσο, εντόπισε και κάποιες διαφορές μεταξύ των ομάδων αυτών. Ειδικότερα, τα παιδιά των ετεροφυλόφιλων γονέων αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως περισσότερο επιθετικό από τα παιδιά των λεσβιών και γίνονταν αντιληπτά τόσο από τους γονείς, όσο και από τους καθηγητές τους ως περισσότερο κυριαρχικά παιδιά και με μεγαλύτερο αρνητισμό να τα διακατέχει.

Απεναντίας, τα παιδιά των λεσβιών, θεωρούσαν τον εαυτό τους ως περισσότερο αξιαγάπητο και αξιολογούνταν από τους καθηγητές και τους γονείς τους ως παιδιά περισσότερο ευαίσθητα, στοργικά και ιδιαίτερα προστατευτικά με τα παιδιά των μικρότερων ηλικιών. Βέβαια, τα συμπεράσματα της έρευνας αυτής χρήζουν προσοχής στην ερμηνεία, καθώς το δείγμα ήταν αρκετά μικρό.

Όλες οι μελέτες που διερεύνησαν τα ομόφυλα ζευγάρια γυναικών που αποφάσισαν να αποκτήσουν από κοινού ένα παιδί με τη συμμετοχή δότη σπέρματος (δηλαδή οι οικογένειες που είχαν δημιουργηθεί εξ αρχής με δύο γονείς του ίδιου φύλου), συμπέραναν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ομόφυλες οικογένειες δε διαφέρουν από εκείνα που μεγαλώνουν σε ετεροφυλόφιλες οικογένειες (Chan, Raboy, & Patterson, 1998; Golombok, 2000; McCandlish, 1987). Πιο συγκεκριμένα, στις μελέτες αυτές, αξιολογήθηκαν η ψυχολογική κατάσταση της μητέρας, η ποιότητα της γονεϊκότητας, τα συναισθήματα των παιδιών, η συμπεριφορά τους και οι φιλικές και κοινωνικές τους σχέσεις. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά αυτά εξελίχθηκαν στη ζωή τους εξίσου καλά με τους γόνους των ετεροφυλόφιλων οικογενειών.

Ακόμη, αναφορικά με την επιθυμία απόκτησης παιδιού και τα κίνητρα γονεϊκότητας δε βρέθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομοφυλόφιλων και των ετεροφυλόφιλων ζευγαριών. Η μόνη διαφορά που εντοπίστηκε, ήταν ότι το κίνητρο της ευτυχίας -ως κίνητρο απόκτησης παιδιού- ήταν πολύ ισχυρό στα λεσβιακά ζευγάρια. Παράλληλα, τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια έτειναν να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη συζήτηση περί απόκτησης παιδιού και η επιθυμία τους να γίνουν γονείς ήταν γενικά ισχυρότερη από εκείνη των ετεροφυλόφιλων ζευγαριών (Bos, Van Balen, & Van den Boom, 2003).

Τέλος, αναφορικά με την ποιότητα της δυαδικής σχέσης ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων ζευγαριών, σε μια πρόσφατη έρευνα που συνέκρινε 166 ζευγάρια λεσβιών (που προσπαθούσαν να αποκτήσουν παιδί μέσω της δωρεάς σπέρματος) με 212 ετεροφυλόφιλα ζευγάρια (που προσπαθούσαν να αποκτήσουν παιδί μέσω της εξωσωματικής γονιμοποίησης) βρέθηκε ότι, παρόλο που και στις δύο ομάδες η σχέση μεταξύ των ζευγαριών ήταν καλή, στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια η δυαδική σχέση ήταν ακόμα καλύτερη (Borneskog, Skoog-Svanberg, Lampic, & Sydsjo, 2012).

Συνεπώς, από όλα τα παραπάνω ερευνητικά δεδομένα, διαφαίνεται ότι η δομή της οικογένειας, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο μια οικογένεια έχει συγκροτηθεί και διαμορφωθεί είναι ελάσσονος σημασίας για την ψυχολογική ευημερία των παιδιών. Αντιθέτως, αυτό που διαδραματίζει το σπουδαιότερο ρόλο στην ανάπτυξη, την προσαρμογή και την ψυχική υγεία των παιδιών είναι η ποιότητα των οικογενειακών σχέσεων (Golombok, 2000).

Τέλος, αναφορικά με τις μελέτες που έχουν διεξαχθεί στο συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο, θα μπορούσαμε να πούμε πως σε γενικές γραμμές είναι πολύ προσεκτικά σχεδιασμένες και τα αποτελέσματά τους, έτσι όπως παρουσιάζονται, φαίνεται να ευσταθούν. Ωστόσο, πάντα χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε με κριτική σκέψη τα συμπεράσματα των ερευνών. Ένα σημείο κριτικής που θα μπορούσε να ασκηθεί στις παρούσες έρευνες, είναι πως αυτές διαχειρίζονται μ’ έναν σχετικά ομοιογενή τρόπο τα διάφορα ζητήματα που προσπαθούν να διερευνήσουν, θεωρώντας πως όλες αυτές οι οικογένειες που μελετούν ξεκινούν από την ίδια γραμμή βάσης. Ενδεχομένως, λοιπόν, οι μελλοντικές έρευνες στο πεδίο της ομογονεϊκότητας  να χρειάζεται να αντιμετωπίσουν υπό το πρίσμα μιας πιο κλινικής ματιάς την κάθε οικογένεια ξεχωριστά, ως μια ιδιαίτερη και μοναδική περίπτωση με τη δική της δομή, τις δικές της διεργασίες και τη δική της ποιότητα ενδοοικογενειακών σχέσεων.


Βιβλιογραφία

Barret, R. L. (1990). Gay fathers. Jossey-Bass.

Borneskog, C., Skoog Svanberg, A., Lampic, C., & Sydsjö, G. (2012). Relationship quality in lesbian and heterosexual couples undergoing treatment with assisted reproduction. Human reproduction, 27(3), 779-786.

Bos, H. M., Van Balen, F., & Van den Boom, D. C. (2003). Planned lesbian families: Their desire and motivation to have children. Human reproduction, 18(10), 2216-2224.

Hetherington, E. M., &Arasteh, J. D. (2014). Impact of divorce, single parenting and stepparenting on children: a case study of visual agnosia. Psychology Press.

Hoffman-Plotkin, D., & Twentyman, C. T. (1984). A multimodal assessment of behavioral and cognitive deficits in abused and neglected preschoolers. Child development, 794-802

Golombok, S. (2000). Parenting: What really counts?. Psychology Press.

McCandlish, B. (1987). Against all odds: Lesbian mother family dynamics. Gay and lesbian parents, 23-38.

Naziri, D., & Feld-Elzon, E. (2012). Becoming a mother by AID within a Lesbian Couple: the Issue of the Third. Psychoanalytic Quarterly, 81, 683-711.

Patterson, C. J. (1992). Children of lesbian and gay parents. Child development, 63(5), 1025-1042.

Chan, R. W., Raboy, B., & Patterson, C. J. (1998). Psychosocial adjustment among children conceived via donor insemination by lesbian and heterosexual mothers. Child development, 443-457.

Παπαληγούρα, Ζ. (2013). Νέες Διαδρομές Μητρότητας. Αθήνα: ΠΑΠΑΖΗΣΗ.

 

Αφήστε ένα σχόλιο