Σύγχρονος τρόπος ζωής και ψυχική υγεία

Κοινή χρήση:

Χωρίς καμιά αμφιβολία, βιώνουμε μια από τις δυσκολότερες περιόδους από την άποψη της διατήρησης της ψυχικής ισορροπίας και υγείας μας. Σ’ αυτό έχουν συμβάλει πολλοί παράγοντες, ο καθένας από τους οποίους φέρει διαφορετικό μερίδιο ευθύνης και δυσχεραίνει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τη ζωή μας, επηρεάζοντας αρνητικά την ψυχική μας κατάσταση.

Ένας από τους παράγοντες αυτούς και ίσως αυτός που εξηγεί καλύτερα γιατί η ψυχική υγεία εν γένει περνάει μια από τις πιο επώδυνες φάσεις της, είναι αναμφίβολα η οικονομική κρίση. Η κάθε ηλικιακή ομάδα επηρεάζεται με διαφορετικό τρόπο από την κρίση. Αρχικά, οι νέοι άνθρωποι σπουδάζουν για χρόνια και κοπιάζουν, προκειμένου να εξέλθουν καταλλήλως εφοδιασμένοι στην αγορά εργασίας. Στην πορεία, όμως, απογοητεύονται με το χειρότερο τρόπο, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις η εύρεση εργασίας στις μέρες μας αποτελεί μεγάλη «τύχη» και πλεονέκτημα των λίγων. Με κομμένα, λοιπόν, τα φτερά τους και έχοντας βιώσει τη ματαίωση και την απογοήτευση, συμβιβάζονται συνήθως σε δουλειές που είτε είναι παρεμφερείς, είτε δε σχετίζονται καθόλου με το αντικείμενό τους ή πολλές φορές καταλήγουν να απευθυνθούν στους γονείς τους για οικονομική βοήθεια. Οι γονείς με τη σειρά τους εργάζονται σκληρότερα, προκειμένου να στηρίξουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την οικογένειά τους, ενώ μια ξαφνική απώλεια της εργασίας τους λόγω του γενικότερου δυσμενούς οικονομικού τοπίου, μπορεί να σημάνει «συναγερμό» σε ολόκληρη την οικογένεια, αφού τα προβλήματα κάλυψης των εξόδων της καθημερινότητας και επιβίωσης γιγαντώνονται. Τότε, επιστρατεύονται οι γιαγιάδες και οι παππούδες, οι οποίοι προσπαθούν με τις πενιχρές, συνήθως, συντάξεις τους να «βγάλουν το φίδι από την τρύπα» και να στηρίξουν οικονομικά, αλλά κυρίως ψυχολογικά, τα παιδιά και τα εγγόνια τους.  Και τέλος, οι «αποδιοπομπαίοι τράγοι» όλης αυτής της αλυσίδας, δεν είναι άλλοι από τα μικρότερα μέλη της οικογένειας, τα παιδιά, που αντί να απολαμβάνουν τα πιο ανέμελα χρόνια τους, τις περισσότερες φορές γίνονται αδίκως οι αποδέκτες όλης αυτής της πίεσης και του θυμού των ενήλικων μελών της οικογένειας.

Όλες οι παραπάνω οικονομικές δυσκολίες έχουν ως απώτερο αποτέλεσμα να μειώνεται εν γένει το βιοτικό επίπεδο ολόκληρης της οικογένειας. Η αδυναμία των γονέων να εξασφαλίσουν μια σχετική οικονομική άνεση για τους ίδιους και τα παιδιά τους δημιουργεί έντονο άγχος και δυσφορία και επιδρά αρνητικά στη μεταξύ τους σχέση, αφού συχνά προκαλούνται εντάσεις και συγκρούσεις. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης, ο αριθμός των διαζυγίων αυξάνεται συνεχώς, με τα επακόλουθα ενός διαζυγίου να αγγίζουν όλα τα μέλη της οικογένειας. Ακόμη, όμως, και στις περιπτώσεις εκείνες που η οικογένεια μπορεί να καλύψει επαρκώς τις οικονομικές της ανάγκες, επικρατεί συνήθως μεγάλη ανασφάλεια και αβεβαιότητα σχετικά με τη συνέχιση αυτής της δυνατότητας στο μέλλον. Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα, όμως, με τη σειρά τους παρεισφρύουν στους κόλπους της οικογένειας κλονίζοντας σημαντικά τις ισορροπίες της και δημιουργώντας  μια γενικότερη αστάθεια. Η σχέση του ζευγαριού μπορεί να πληγεί ανεπανόρθωτα, με τα προβλήματα να αντανακλώνται και στη σχέση με τα παιδιά τους. Η μεγαλύτερη, όμως, απειλή που απορρέει μέσα από όλη αυτή την κατάσταση είναι η απαισιοδοξία και η απώλεια  της ελπίδας και της προοπτικής για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής στο μέλλον, γεγονός που μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στην ψυχολογία του ατόμου και να οδηγήσει ακόμη και στην κατάθλιψη.

Πέρα, όμως, από τις επιπτώσεις των οικονομικών δυσκολιών, ιδιαίτερα αρνητικές είναι και οι συνέπειες της ποιότητας των διαπροσωπικών σχέσεων στην ψυχοσύνθεση του σύγχρονου ανθρώπου. Καταρχάς, κανείς δε θα μπορούσε να αρνηθεί, πως το κοινωνικό δίκτυο, αλλά και η ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων (π.χ. φιλικών, οικογενειακών, ερωτικών σχέσεων, κ.λπ.) αποτελούν βασικές συνιστώσες που διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στην ποιότητα της ζωής του ατόμου. Από τη στιγμή, λοιπόν, που σε μια κοινωνία οι διαπροσωπικές σχέσεις χωλαίνουν, δε γίνεται να μείνει ανεπηρέαστη η ποιότητα της ζωής, και άρα και η ψυχική υγεία και ισορροπία των μελών της.

Είναι αλήθεια, πως βιώνουμε μια εποχή στην οποία οι ανθρώπινες σχέσεις υφίστανται μεγάλη κρίση. Η έκλυση αξιών, η διαιώνιση ρατσιστικών αντιλήψεων, ο υλισμός, η εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων, οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί ζωής, η αποξένωση και σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο το προσφυγικό, οι πόλεμοι και η τρομοκρατία έχουν αλλοτριώσει όσο ποτέ άλλοτε την ποιότητα της κοινωνικής μας αλληλεπίδρασης και αντί να μαλακώσουν, έχουν σκληρύνει τις ψυχές μας. Οδυνηρό σύμπτωμα όλης αυτής της κατάστασης δεν είναι άλλο από την απουσία γνήσιου ενδιαφέροντος και ευαισθητοποίησης για το συνάνθρωπο. Παράλληλα, οι ουσιαστικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων φυλλορροούν και είναι δυσεύρετες, καθώς ό,τι κινεί και στηρίζει πλέον τις κοινωνικές επαφές είναι η ικανοποίηση των προσωπικών συμφερόντων και η προσδοκία του κέρδους. Μέσα σ΄αυτό το κλίμα, η ανιδιοτελής προσφορά προς το συνάνθρωπο, καθώς και η εσωτερική και πηγαία ανάγκη του «ανήκειν» έχει υπονομευτεί σε μεγάλο βαθμό, αφού πια δε συνάδει με τη σύγχρονη τάση πρόταξης του ατομικού συμφέροντος. Και φυσικά, δε θα μπορούσε να απουσιάζει από τους αιτιογόνους παράγοντες της φθοράς των ανθρώπινων σχέσεων η υπερβολική και λανθασμένη χρήση της τεχνολογίας στη ζωή μας, η οποία τρώει σαν σαράκι κάθε ίχνος προσωπικής επαφής που μας έχει απομείνει. Πλέον, η όψη μιας παρέας το κάθε μέλος της οποίας είναι κλεισμένο στο μικρόκοσμό του, απομονωμένο από τους υπόλοιπους και απορροφημένο στην «κατασκόπευση» της προσωπικής ζωής των άλλων -πολλές φορές μάλιστα σχεδόν άγνωστων σ’ αυτό ατόμων- μπορεί να ερμηνεύσει με τον πιο γλαφυρό τρόπο την πνευματική και ψυχική απόσταση που χαρακτηρίζει στις μέρες μας τις ανθρώπινες σχέσεις.

Μέσα σε τέτοιες σχέσεις, λοιπόν, τυπικές, επιφανειακές και συμβατικές, ο σύγχρονος άνθρωπος παγιδεύεται και αναγκάζεται να φυλακίσει μέσα του όλα αυτά που πραγματικά σκέφτεται και αισθάνεται. Και τότε είναι που αρχίζει η ψυχή του να «διαμαρτύρεται» και να ζητά απεγνωσμένα βοήθεια, γιατί νιώθει μόνη και κενή, και αν και φαινομενικά είναι άκρως κοινωνική και περιτριγυρισμένη από πλήθος φίλων, στην πραγματικότητα «διψάει» για λίγη ουσιαστική και αληθινή επαφή.

Έτσι, λοιπόν, μέσα σ΄ένα περιβάλλον που νοσεί σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, αναμενόμενο είναι να νοσούν και τα υποκείμενά του. Κι αυτό, γιατί από τη μία καλούνται να εξαντλήσουν όλα τα σωματικά, πνευματικά και ψυχικά τους αποθέματα προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις αυξημένες απαιτήσεις της καθημερινότητας και από την άλλη αδυνατούν να αναπληρώσουν ουσιαστικά όλη αυτή τη χαμένη ενέργεια, αισθάνονται μοναξιά και δυσφορία και συχνά συμβιβάζονται σε σχέσεις που δεν τους γεμίζουν και δεν τους ικανοποιούν όσο αυτοί θα ήθελαν. Και το πιο στενάχωρο απ’ όλα είναι, ότι πολλές φορές δε συνειδητοποιούν καν από πού προέρχονται όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα και καταλήγουν σε ειδικούς ψυχικής υγείας με το παράπονο, ότι δε μπορούν να αντλήσουν χαρά από τίποτα και αισθάνονται μια παρατεταμένη δυσφορία χωρίς, όμως, να κατανοούν τους λόγους για τους οποίους νιώθουν έτσι. Κι αυτό συμβαίνει γιατί ο λόγος δεν είναι ένας, συγκεκριμένος, αλλά είναι διάχυτος στη σύγχρονη κουλτούρα και το σημερινό τρόπο ζωής και χρειάζεται αυτογνωσία και ενδοσκόπηση προκειμένου να συνειδητοποιήσουμε τι μας στερεί την ευτυχία μας.

Κάτω, λοιπόν, από αυτές τις συνθήκες πως περιμένει κανείς να νιώσει πραγματικά ευτυχισμένος και ισορροπημένος ψυχικά; Αν δεν κάνουμε κάτι εμείς οι ίδιοι, για να πάμε κόντρα σ’ όλο αυτό το ρεύμα που επίμονα προσπαθεί να μας παρασύρει, τότε τίποτα δε θα μπορέσει να αλλάξει ουσιαστικά. Η ζωή είναι σύντομη, όμως, είναι ένας πραγματικός θησαυρός εμπειριών για κάποιον που ξέρει να την ζει, όπως της αρμόζει. Γι’ αυτό ας προσπαθούμε να μην αναλωνόμαστε στα προβλήματα και τις δυσκολίες της καθημερινότητας κι ας κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας, για να χτίσουμε τη ζωή μας, όπως της αξίζει και, κυρίως, όπως εμείς οι ίδιοι θέλουμε και όχι όπως προστάζουν οι μόδες και τα «πρέπει» της εποχής. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να αισθανθούμε πραγματικά ο εαυτός μας, ένας εαυτός αληθινός και ευτυχισμένος, που θα τον αγαπάμε, θα τον φροντίζουμε, θα τον προστατεύουμε από τις όποιες κακουχίες της ζωής και, κυρίως, θα τον σεβόμαστε.

Αφήστε ένα σχόλιο