Περί Αναρχίας

1356
1
Κοινή χρήση:

Το παρόν κείμενο στοχεύει να αποτελέσει περισσότερο μια τακτοποίηση άναρχων σκέψεων στο θέμα της ηθικοπολιτικής ιδιοσυστασίας της αναρχίας και λιγότερο μια άρτια επιστημονική, από πλευρά πολιτικοεπιστημονικής θεώρησης, συγκεφαλαίωση του θέματος με το οποίο ασχολούμαστε. Γεννήτριά του κειμένου αυτού, και οφείλω να το πω, είναι το κείμενο του αγαπητού φίλου Γιώργου Ψωμιάδη «Το ιδεολογικό σφάλμα της Αναρχίας»*, το οποίο μάλιστα αποπειράται -με επιτυχία θα έλεγα- να βουτήξει νερά της αναρχικής ιδεολογίας και πραξεολογίας. Σκοπός μου είναι αφού ανοίξει αυτός γόνιμος διάλογος να αλληλοσυμπληρωθεί η σκέψη μας και βεβαίως κατανοήσουμε πληρέστερα το θέμα με το οποίο καταπιανόμαστε.

Στο κεφάλαιο αναρχικής ηθικοπολιτικής μπορούμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες οι οποίες δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά ένα τεχνητό σπάσιμο του όρου «ηθικοπολιτικός». Δηλαδή για να γίνει ευκρινέστερο –και κυρίως για λόγους συνεννόησης- θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε τους αναρχικούς σε θεωρητικούς και ενεργούς αναρχικούς. Αυτό χωρίς να σημαίνει ότι είναι αδύνατη, τουλάχιστον είναι σπάνια θαρρώ, η συνύπαρξη και των δύο τάσεων σε ένα πρόσωπο. Ο διαχωρισμός αυτός γίνεται για να κατανοήσουμε αφενός τον τρόπο σκέψης και αφετέρου τον τρόπο δράσης του αναρχικού και μετέπειτα για να μπορέσουμε να ορίσουμε τελικά τη φύση της αναρχίας ως ιδεολογίας.

Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο θα ξεκινήσω από το τέλος. Από τις διαπιστωτικές βλέψεις της πραγματικότητας, των πράξεων, όπως βέβαια τις αντιλαμβάνονται τα δικά μου μάτια και η δική μου σκέψη. Η πραγματικότητα λοιπόν όπως εκτυλίσσεται γύρω μας χτίζει και χτίζεται από τους ανθρώπους δημιουργώντας το πλαίσιο εκείνο μέσα στο οποίο ζούμε, δρούμε και αντιδρούμε. Η κοινωνική πραγματικότητα διαμορφώνεται από όλους εμάς, τους ανθρώπους, που έχουμε ως τους στόχο μας να κάνουμε φανερή στο υπόλοιπο κοινωνικό σώμα την ύπαρξη μας, να δείξουμε δηλαδή ότι υπάρχουμε. Αυτός βέβαια ο στόχος για να εκπληρωθεί απαιτεί την ύπαρξη εκείνων των εργαλείων, των μέσων που οδηγήσουν στην εκπλήρωσή του.

Στην περίπτωση των ατόμων που αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί το πιο εύκολο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι τα άτομα αυτά δεν είναι παρά τρομοκράτες των πεζοδρομίων. Άτομα που εκτονώνουν τα πάθη και τα συναισθήματά τους προκαλώντας ζημίες, σπάζοντας, ξυλοκοπώντας, και εκδηλώνουν τα ψυχοπαθολογικά τους όρια μέσω μιας ανηλεούς και βίαιης επιθετικότητας που στρέφεται έναντι ορισμένων εχθρών όπως το κράτος, τα κρατικά μέσα καταστολής και άλλες αόριστες «εξουσιαστικές» έννοιες που θα αναλύσουμε παρακάτω. Οι πράξεις τους επομένως αποτελούν το όχημα που τους βγάζει από το κοινωνικό περιθώριο και μάλιστα είναι εκείνες που τους προσδίδουν αξία. Και η αξία αυτή συνίσταται στο φόβο που προκαλεί η ύπαρξή τους σε εκείνους που θεωρούν αντιπάλους τους, και άρα στο εξουσιαστικό συναίσθημα της υπεροχής. Να λοιπόν γιατί από απόψη πρακτικής σημασίας δρουν κατά αυτόν τον τρόπο.

Δεν θα ήταν καθόλου ουτοπικό μάλιστα να πούμε πως αυτές οι πράξεις αποκτούν για έναν αναρχικό νόημα όταν η βίαιη ενστικτώδης αντίδραση γίνεται επαναλαμβανόμενα, ακριβώς γιατί μόνο με τον εθισμό η συνήθεια θα γίνει στοιχείο της προσωπικότητας και άρα η ηδονή της υπεροχής που αισθάνεται θα είναι παρούσα και αντιληπτή μόνο όταν συμβαίνουν και ανάλογες πράξεις. Έτσι έρχεται στην επιφάνεια το ζήτημα της ποιότητας κοινωνικοποίησης του αναρχικού ατόμου, με θεμέλιους λίθους τους φίλους –ως συναισθηματικά αποκούμπια, την οικογένεια και βεβαίως τις ατομικές-προσωπικές στοχεύσεις.

Εμβαθύνοντας όμως αρχίζει να ανακύπτει το ζήτημα της σύνδεσης των πράξεων αυτών των ατόμων με μια αρμαθιά πολιτικοκοινωνικών σκέψεων. Δηλαδή υπάρχει κάποια σχέση ιδεολογίας και πράξης –αν όχι σε όλους, σε κάποιους αναρχικούς- και αν ναι πως επηρεάζει αυτό τη δράση τους; Πέρα λοιπόν από την ενστικτώδη αντίδραση πως επηρεάζουν οι ιδέες τις πράξεις;

Για να απαντήσουμε με ακρίβεια και επάρκεια στα παραπάνω ζητήματα πρέπει να διασαφηνίσουμε ορισμένα θεμελιώδη θέματα που όπως θα διαπιστωθεί έχουν πολιτική, ηθική, κοινωνιολογική και αλλά και νομική υφή.

Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή. Η κοινωνία είναι μια δομή (όχι απλά ένα σύνολο συνόλων που δεν επιτελεί σκοπούς και λειτουργίες), και μάλιστα μια ηθική δομή, δηλαδή ένας προσδιορισμένος χώρος που μέσα σε έναν προσδιορισμένο χρόνο συμβαίνουν καθ’ έξιν πράξεις των ανθρώπων –είτε ατομικά είτε ομαδικά- που ανταποκρίνονται σε επιμέρους κίνητρα και στοχεύσεις. Για να το πούμε απλά, κάθε κοινωνία αποτελεί ένα πεδίο ηθικής άσκησης και επιρροής. Τα υποκείμενα, οι άνθρωποι φτιάχνουν ομάδες και ακριβώς επειδή τα ίδια εμποτίζονται από τις κρατούσες συνήθειες σκέφτονται και πράττουν παρόμοια σε παρόμοια θέματα. Αυτό τους παρέχει ασφάλεια, και εμπειρική γνώση επιβίωσης.

Το κράτος μέσω του νόμου εγγυάται την κοινωνική συνοχή και ως εκ τούτου επιτρέπει στους πολίτες του να ακολουθούν να διαιωνίζουν τα ηθικά πρότυπα της κοινωνίας. Η φύση του νόμου βέβαια είναι διττή. Αφενός έχουμε τον ηθικό νόμο, δηλαδή εκείνο τον άγραφο κανόνα που υπάρχει εγγεγραμμένος στη συνείδηση του ηθικού κοινωνικού όντος και αφετέρου έχουμε και τον εξωτερικό, γραπτό νόμο ο οποίος ήρθε να καλύψει τα κενά που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της πολυμορφίας και της αντιφατικότητας πολλές φορές, ηθικών συμπεριφορών που καλούνται να συζήσουν στο ίδιο κοινωνικό πλαίσιο. Γι’ αυτό και ο γραπτός νόμος είναι καταναγκαστικός, ενώ ο άγραφος από τη φύση του δεν απαιτείται να είναι ετερόνομα εξαναγκαστός αλλά κυρίως ψυχολογικά επιβεβλημένος.

Εδώ λοιπόν, μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο υπάρχουν όντα που θέλουν να αμφισβητήσουν το κρατούν ηθικό πλαίσιο και δημιουργήσουν ένα άλλο, δικής τους εμπνεύσεως διαφορετικό από το υπάρχον. Στο πλαίσιο αυτό της βαθιάς επιθυμίας αλλαγής αναπτύσσεται/ονται διάφορες ιδεο-λογίες. Το ιδεολογικό πλαίσιο της αναρχίας επιθυμεί μια κοινωνία χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς. Χωρίς νόμο και άρα χωρίς κράτος, χωρίς θρησκεία και άρα χωρίς εκκλησία. Για το λόγο αυτό θέτει ως αυτοσκοπό τη διάλυση κάθε μήτρας που παράγει και αναπαράγει την επικρατούσα ηθική. Και ακριβώς γι αυτό κάθε ενέργεια είναι προσηλωμένη στον εκμηδενισμό, στον αφανισμό εν ονόματι εκείνων των ιδεών που αναρχικός θεωρεί ότι τον περιορίζουν, τον εγκλωβίζουν και δεν του επιτρέπουν να γίνει αυτό που θέλει να γίνει.

Έχοντας αυτά στο νου του ο αναρχικός δομεί μέσα του την ιδέα της κοινωνίας όπως αυτός την επιθυμεί. Και –στους σοβαρούς διανοούμενους- αναρχικούς βλέπουμε ότι δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει άλλος κοινός τόπος παρά μια γενικόλογη αφετηρία επιθυμίας αλλαγής. Όλα τα άλλα αποτελούν απλά κραυγές υπαρξιακής αγωνίας. Δεν πρόκειται δηλαδή σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις για την φαντασίωση του «πανάγαθου» ανθρώπου που θα ζει άνευ νόμου σε μια αν-ήθικη (όχι ανηθική) αρμονία με τους συνανθρώπους του αλλά για την εκφυλισμένη εκδοχή μιας βουλησιαρχικής ανεξαρτησίας, η οποία θεμελιώνεται στον σολιψισμό (solus ipse, μόνο εγώ και κανείς άλλος) ως ακραία έκφανση του υποκειμενικού ιδεαλισμού.

Επομένως γι’ αυτούς τους λόγους θεωρώ τους αναρχικούς, που ο καθένας τους είναι ένα ρεύμα από μόνο του, ως υπόσκυλα* (underdogs) δηλαδή ως άτομα που θα εξέλθουν χαμένα από τον αγώνα της ιδεολογικής επικράτησης. Όχι όμως γιατί θα χάσουν τον αγώνα αυτό, αλλά γιατί είναι καταδικασμένοι να τον χάσουν επειδή ο μεγαλύτερος αντίπαλός τους είναι εσωτερικός, και είναι ο εαυτός τους.

* Μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο του Γιώργου Ψωμιάδη εδώ: http://mystudentpass.gr/archives/33933
** Ο όρος underdog αναλύεται πολύ καλά εδώ: http://www.slang.gr/lemma/5959-yposkylo

Κοινή χρήση:

1 comment

  1. Γιωργος 6 Φεβρουαρίου, 2016 at 13:18 Απάντηση

    Ελπιζω να καταλαβαινεις ποσο ατυχες ειναι το “τρομοκρατες των πεζοδρομιων” λες και βγαινουν και βαρανε φοιτητες ή συνταξιουχους. Επειδη η νεολαια ΠΑΣΟΚ εχετε αποθρασυνθει τελευταια, αυτα που περιγραφεις στη δευτερη παραγραφο περιγραφουν τους μπατσους και τους χρυσαυγιτες, για τους οποιους δεν εχει γινει ποτε λογος απο μερους σας. Εννοειτε δε διαβασα ολο το αρθρο, καλα μυαλα

Αφήστε ένα σχόλιο